δέσις

δέσις, εως, , (δέω A)
A binding together, Pl.Cra.418e; setting of stones, LXX Si.45.11; tying in bundles, Hdn.8.4.5; ποδῶν δ., = ὑπόδημα, Ezek.Exag.97.
II complication of a dramatic plot, opp. λύσις, Arist.Po.1455b26.
III = δέσμη (prob. of a belt-purse), UPZ121.9 (cf.

δεσμός 11

).
IV Botan.,joint, Sch.Orib.2p.743D.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δέσις — δέσῑς , δέσις binding together fem acc pl (epic doric ionic aeolic) δέσις binding together fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέσις — η βλ. δέση …   Dictionary of Greek

  • δέσει — δέσις binding together fem nom/voc/acc dual (attic epic) δέσεϊ , δέσις binding together fem dat sg (epic) δέσις binding together fem dat sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέσεις — δέσις binding together fem nom/voc pl (attic epic) δέσις binding together fem nom/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέσεσι — δέσις binding together fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέσεσιν — δέσις binding together fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέσιν — δέσις binding together fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέσιος — δέσις binding together fem gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κληματόδεσις — κληματόδεσις, ἡ (Α) πλέγμα από κληματίδες, από λυγαριές. [ΕΤΥΜΟΛ. < κλῆμα, ατος + δεσις (< δέσις < δέω (II) «δένω»), πρβλ. πρόσ δεσις, σύν δεσις] …   Dictionary of Greek

  • δένω — (AM δῶ, έω Μ και δέννω) Ι. συγκρατώ κάτι τυλίγοντάς το με σκοινί, κλωστή, σύρμα κ.λπ. («τόν έδεσαν χειροπόδαρα» «δήσαντες νηλέϊ δεσμῷ» αφού τόν έδεσαν με άλυτα δεσμά) 2. δένω κάτι από σταθερό σημείο, προσδένω κάτι σε κάτι άλλο («έδεσε τ άλογο… …   Dictionary of Greek

  • List of medical roots, suffixes and prefixes — This is a list of roots, suffixes, and prefixes used in medical terminology, their meanings, and their etymology. There are a few rules when using medical roots. Firstly, prefixes and suffixes, primarily in Greek, but also in Latin, have a… …   Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.